Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φόβος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φόβος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 6 Ιουλίου 2013

Ελεύθερος



Βλέπω το Αλδεβαράν. Μια ταινία του Ανδρεα Θωμόπουλου από το 1975. Ενας νεαρός ποιητής μαθαίνει πως σε δύο χρόνια θα πεθάνει. Αυτή είναι η ιστορία. Κάπου προς τη μέση της ταινίας του γράφει ένα γράμμα ο φίλος του ο Κρις που τον υποδύεται ο Δημήτρης Πουλικάκος. Του λέει πως βρίσκεται σε ένα βενζινάδικο μαζί με μία γκόμενα κάπου έξω από τις Βρυξέλλες. Ερχονται από Αμστερνταμ με οτοστόπ και πάνε Παρίσι.
Στο βενζινάδικο περιμένουν τον φορτηγατζή που τους έχει πάρει, να τελειώσει με κάτι πουτάνες. Μέχρι εκεί έχω δει. Αλλά έχω περίεργεια να δω που το πάει. Καλή ταινία φαίνεται.
Αλλο ήθελα να πω. Τότε, το 1975 το οτοστόπ μάλλον ήταν πιο εύκολο. Δεν έχω ακούσει τώρα τελευταία κανέναν να έχει πάει από το Αμστερνταμ στο Παρίσι με οτοστόπ.
Νομίζω ότι τώρα πια κανένας δεν ταξιδεύει με οτοστόπ. Ολοι φοβούνται. Και οι οδηγοί, και οι ταξιδιώτες.
Και όμως, το οτοστόπ είναι πολύ παλιά ιστορία. Με οτοστόπ, άνθρωποι έκαναν σχεδόν το γύρο του κόσμου. Εχω ακούσει σχετικές ιστορίες. Μοναδική αίσθηση ελευθερίας. Να πηγαίνεις όπου θέλεις απλώνοντας μόνο το χέρι.
Δεν έχω κάνει ποτέ οτοστόπ. Πιθανότατα γιατί φοβόμουν. Εμαθα να φοβάμαι. Ολοι μας μάθαμε να αποθηκεύουμε φόβους. Τον φόβο τον μαθαίνεις. Για την ακρίβεια ένα από τα πρώτα πράγματα που μαθαίνεις είναι είναι να φοβάσαι. Πριν μάθεις ότι είσαι ελεύθερος να φοβηθείς όποιον θέλεις, μαθαίνεις να φοβάσαι τους πάντες. Και παύεις να είσαι ελεύθερος. Γιατί ο φόβος σκλαβώνει.
Δεν θέλω να γράψω κάτι ακόμα για τον Κώστα Σακκά. Δεν τον ξέρω. Δεν είμαι σύντροφός του αλλά τον θαυμάζω. Ελπίζω μόνο να ζήσει για να γράψει κάποτε πώς είναι να αψηφάς τον φόβο του θανάτου για να διεκδικήσεις ελευθερία και δικαιοσύνη, όταν όλοι γύρω σου θυσιάζουν την ελευθερία και τη δικαιοσύνη για να διεκδικήσουν μία ζωή χωρίς νόημα. Βουτηγμένη στο φόβο.  

Δευτέρα 31 Δεκεμβρίου 2012

Δεν εύχομαι. Ελπίζω


Κάθε πρωτοχρονιά, μια αρχή στο μυαλό του καθενός. Στην πραγματικότητα, η συνέχεια της ζωής όπως τη ζούμε. Ό,τι μας έρθει. Όχι ό,τι φέρουμε. Και όποιος αντέξει.
Αν έχεις προσέξει, τις πιο πολλές ευχές κάθε χρόνο τέτοιες μέρες τις κάνουν εκείνοι που δεν έχουν διάθεση να αλλάξουν τίποτα στη ζωή τους. Εύχονται ένα σωρό πράγματα αλλά στην ουσία η ευχή τους είναι μία. Να μη γίνει η ζωή τους χειρότερη απ' ότι είναι. 
Εχω βαρεθεί να εύχομαι. Πλέον ούτε από συνήθεια δεν το κάνω. Ισως μου ξεφύγει το «καλή χρονιά» στον περιπτερά απ' όπου θα πάρω τα πρώτα τσιγάρα του έτους. Προτιμώ να ελπίζω. Το να ελπίζεις σε κάτι, προϋποθέτει αρκετές φορές και τη δική σου προσπάθεια. Ανοίγεις μια δουλειά, στέκεσαι από πάνω, ιδρώνεις, έχεις αγωνία και ελπίζεις να πάει καλά.
Το να εύχεσαι κάτι, δεν διαφέρει από το να προσεύχεσαι. Στο θεό για παράδειγμα. Να εναποθέτεις την ελπίδα σου σε κάποιον τον οποίο ούτε καν βλέπεις. Προσωπικά δεν εύχομαι σε κανέναν να πέσει σε αυτή τη συμφορά.

Προτιμώ να ελπίζω λοιπόν. Γιατί αυτό, χωράει και τη δική μου μεγάλη ή μικρή διάθεση να κάνω κάτι για να γίνει η ελπίδα μου πραγματικότητα.
Ενα πράγμα ελπίζω για τη νέα χρονιά. Να ανοίξουμε τα ματιά μας και να δει ο καθένας την αλήθεια, μέσα από τη δική του ζωή και όχι μεσα από τα δελτία της ψευτιάς και της βρώμικης προπαγανδας. Να καταλάβουμε το παιχνίδι που παίζεται στην πλάτη μας, κρυμμένο πίσω από πλαστά διλήμματα (αριστερά-δεξιά), σκιώδεις αντιπάλους (Τσίπρας, ΧΑ) και φανταστικούς εχθρούς (αντιεξουσιαστές, μετανάστες).
Μην αμφιβάλλεις. Ο στόχος τους είσαι εσύ. Στο πρόσωπο αυτών που τρώνε ξύλο επειδή αγωνίζονται για μία δίκαιη κοινωνία, που λοιδωρούνται ως εχθροί της δημοκρατίας από τα χουντοκάναλα των μεγαλοεργολάβων και των εφοπλιστών, εσύ βλέπεις τον εαυτό σου. Και φοβάσαι.
Άλλοι είναι όμως αυτοί που φοβούνται ένα λαό που φωνάζει και απαιτεί. Γι αυτό και οι μπάτσοι που τους φυλάνε είναι πια τόσοι πολλοί και βρίσκονται παντού. Τρέμουν έναν λαό που αντιστέκεται στη φτωχοποίησή του, στην αρπαγή της περιουσίας του, ένα λαό που αναζητεί την αλήθεια. Τους κόβεται το αίμα μπροστά σε ένα λαό που τους φτύνει στα μούτρα και δεν περιμένει τίποτα απο τις εκλογές τους, απαιτώντας την αληθινή δημοκρατία. Φτύσε τους στα μούτρα. Μην αρκεστείς σε τίποτα λιγότερο.

Φέτος, πάψε να είσαι οπαδός τους. Γίνε οπαδός του γείτονά σου, του συναδέλφου σου, του συναγωνιστή σου.
Και μη φοβάσαι. Δεν είσαι μόνος σου. Κανείς δεν θα σε αφήσει μόνο σου, αν και εσύ είσαι δίπλα στον άλλο. Αυτό λέγεται αλληλεγγύη. Δεν σε θέλουν αλληλέγγυο. Ο φοβισμένος, δεν θέλει να σταθεί αλληλέγγυος στον διπλανό του, για να μη βρεθεί στη θέση του. Εσύ δεν φοβάσαι. Πες «δεν φοβάμαι» και πίστεψέ το.

Ένα από τα πρωτοπαλίκαρα του Άρη Βελουχιώτη, ο ηλεκτροτεχνίτης Γιώργος Χουλιάρας διηγείται στη βιογραφία του Καπετάνιου, που έγραψε ο Διονύσης Χαριτόπουλος. Είναι Φλεβάρης του '42 και ο ΕΛ.ΑΣ. είναι ακόμη μία ομάδα, καμιά δεκαριά, φοβισμένοι χωρικοί: «Μία νύχτα, κυνηγημένοι από τους χωροφύλακες, βγήκαμε από το χωριό Δαδί (Αμφίκλεια) έξω στον κάμπο κι αναγκαστήκαμε να κοιμηθούμε μέσα στις ελιές. Είχε χιόνι. Ξεχιονίσαμε μία γέρικη ελιά, βρήκαμε δύο πέτρες κάπως μεγάλες, τις βάλαμε στην ελιά στην άκρη, ακουμπήσαμε τις πλάτες μας και μέσα σε λίγα λεπτά κοιμηθήκαμε - όπως είμαστε ζεστοί ακόμη, δεν κρυώναμε. Χιόνι γύρω γύρω. Όταν όμως πέρασε λίγη ώρα, εγώ άρχισα να τρέμω και να τρίζουν τα δόντια μου. Τον σπρώχνω και του λέω, ξύπνα, θα πουντιάσουμε. Σήκω να φύγουμε. Λέει, που να πάμε; Κάτσε, κάτσε εδώ, μου λέει. Να, βάλε το κεφάλι σου, βάλ'το στα γόνατα, βά'λτο μες στα γόνατα και πες δεν κρυώνω, δεν κρυώνω, δεν κρυώνω, λέει, και θα ιδείς ότι θα πεις ότι δεν κρυώνεις. Εκείνος κοιμόταν. Ροχάλιζε...» 
Καλή λευτεριά.


(H φωτογραφία είναι από ένα βίντεο στο διαδίκτυο. Αν το βλέμμα που θα τους κοιτάμε τη νέα χρονιά μοιάζει με αυτό, τότε έχουμε ελπίδα να διασώσουμε τουλάχιστον την αξιοπρέπειά μας. Είναι ντροπή, αυτό το κορίτσι να κοιτάει με τέτοια αυθάδεια το φακό μπροστά στους μπάτσους και εσύ με παιδί στην ηλικία της, που λέει ο λόγος, να λουφάζεις σπίτι σου και να κρύβεσαι).