Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μετανάστες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μετανάστες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 7 Σεπτεμβρίου 2012

Να τους ρίξουμε στη θάλασσα


H φωτογραφία είναι από το ναυάγιο με τους 61 νεκρούς Σύρους, Ιρακινούς και Παλαιστίνιους εκ των οποίων 31 παιδιά, που συνέβη τα ξημερώματα της Τετάρτης ανοικτά της Σμύρνης. Αυτή είναι οι μοίρα των «λαθρομεταναστών» που απειλούν τη χώρα σου φίλε, υπερήφανε ελληναρά.
Είναι πολύ εύκολο να δηλώνεις πατριώτης και να λες «στην ανάγκη ας τους ρίξουμε στη θάλασσα». Είναι ακόμη πιο εύκολο να ακούς τους χρυσαυγίτες και κάθε είδους φανερό ή κρυφό φασισταριό, να σου λέει ότι με κάθε κόστος «αυτοί» πρέπει να μείνουν έξω από τα σύνορα. Άλλο όμως να λες κάτι και άλλο να βλέπεις τι λες. Χωρίς ψηφιδωτά και θολούρα. Ωστε αυτό λοιπόν θέλεις. Δεν είσαι ο μόνος. Έχεις αποκτηνωθεί τόσο από το παραμύθι και την φασιστική προπαγάνδα που τρως καθημερινά, που πλέον δεν ξέρεις τι λες. Έχεις τρελαθεί. Δεν μπορείς να σκεφτείς πια.
Είμαι βέβαιος ότι παρόμοια περιστατικά με πνιγμένα παιδιά έχουν συμβεί και στα ελληνικά χωρικά ύδατα αλλά στην Ελλάδα που ενημερώνεται από το Mega, τον ΑΝΤ1 και τον Σκάι σημασία έχει μόνο η σωστή ενημέρωση για τις επιχειρήσεις τύπου «Ξένιος Ζευς» και τις βόλτες του πρωθυπουργού στην Ομόνοια.
Αγαπητέ φίλε, περήφανε Ελληναρά, όταν χειροκροτείς τον Άδωνη και τους χρυσαυγίτες που σου λένε «να τους ρίξουμε στη θάλασσα», αυτό εννοείς.
Αλλα πρέπει να το φας στα μούτρα για να το καταλάβεις. Δες το καλά λοιπόν.

Σάββατο 16 Ιουνίου 2012

Φιλία και μίσος

Πάντα πίστευα ότι τίποτα δεν μπορεί, ούτε πρέπει, να μπει ανάμεσα σε μία φιλία και να τη διαλύσει. Έχω τρεις -αυτό που λέμε κολλητούς- και αρκετούς καλούς φίλους. Ποτέ δεν προβληματίστηκα για το αν θα επιλέξω ανάμεσα στη φιλία τους ή την απομόνωσή τους λόγω κάποιου -κατά τη δική μου, άκρως ελαττωματική κρίση- δικού τους ελαττώματος το οποίο μπορεί να με δυσαρεστούσε. Ήμουν φανατικός οπαδός της παροιμίας για τους φίλους και τα ελαττώματά τους και δίνω αγώνα για να παραμείνω έτσι.

Αυτό που ζούμε τα δύο-τρία τελευταία χρόνια, προς μεγάλη μου έκπληξη, διαπιστώνω ότι βάζει σε σκληρή δοκιμασία (και) τις φιλίες. Λένε ότι οι φίλοι φαίνονται στα δύσκολα. Όχι μόνο στα δικά σου ή τα δικά τους δύσκολα, όταν τους έχεις δηλαδή, ή σε έχουν ανάγκη, αλλά κυρίως στα δικά σας δύσκολα, όταν ο ένας έχει ανάγκη τον άλλο. Κάποιος χάνει τη δουλειά του, κάποιος δεν έχει χρήματα για φαγητό ή φάρμακα, κάποιος άλλος φοβάται να σηκώσει το τηλέφωνο γιατί χρωστάει παντού. Η γενιά μας ποτέ δεν χρειάστηκε να έρθει αντιμέτωπη με τέτοιες καταστάσεις - αυτό που ζούμε είναι πρωτόγνωρο.

Τα δύσκολα λοιπόν, τα αληθινά δύσκολα, είναι εδώ και ποτέ δεν είχα αμφιβολία πως όσα και αν έρθουν, οι φιλίες θα είναι πάνω απ' όλα. Τελευταία όμως νομίζω ότι κάνω λάθος. Η αγάπη, η στήριξη, η αλληλεγγύη και η μαγεία της παρέας, αυτό το γλυκό βλέμμα του «τι σε νοιάζει ρε, εγώ είμαι εδώ» έχουν δώσει τη θέση τους στον φόβο. Σε έναν φόβο που δεν έχει τίποτα το παιδικό. Στον φόβο που γίνεται μίσος για όλους και για όλα.
Το καταλαβαίνεις από τις συζητήσεις μας - δεν πιστεύεις αυτά που ακούς. Καμία ψυχραιμία, καμία κριτική σκέψη - φυσικά καθόλου αγάπη για τίποτα και για κανέναν. Μόνο αρχέγονα συναισθήματα και κραυγές.

Δεν είμαι ιεροκήρυκας. Και εμένα με χαλάει η εικόνα μιας Αθήνας κατακλυσμένης από καροτσάκια σούπερ μάρκετ που τα σέρνουν ταλαιπωρημένες φιγούρες. Και εγώ δυσανασχετώ όταν σε κάθε φανάρι έρχεται ένας ρακένδυτος σκουρόδερμος να μου ζητήσει ψιλά. Ξέρω όμως ότι βρίσκεται εδώ για μια σειρά από λόγους, που ο καθένας μπορεί να καταλάβει. Όπως επίσης ο καθένας μπορεί να καταλάβει -αν σκεφτεί λίγο ψύχραιμα- για ποιους λόγους βρίσκεται εδώ και όχι κάπου αλλού.

Και όμως, όταν φοβάσαι, όλες αυτές οι λογικές σκέψεις πάνε περίπατο. Νομίζω ότι σε αυτή τη χώρα έχουμε πάψει από καιρό να σκεφτόμαστε και έχουμε αφήσει άλλους να σκέφτονται για εμάς: Τα χουντοκάναλα, τις ξεπουλημένες φυλλάδες των μεγαλοεργολάβων και τους δημοσιογράφους τους, τους δημαγωγούς των πάνελ, και τους λαϊκιστές των μπαλκονιών.

Η συνείδησή μας, ζητάει ελευθερία και δικαιοσύνη. Η συνήθεια, μας ζητάει βόλεμα και «ήρεμη» ζωή την οποία υπονομεύουν οι Πακιστανοί και οι Αφγανοί μετανάστες. Αυτοί, είναι η πληγή που απειλεί την ησυχία του μικροαστού Έλληνα. Και εναντίον αυτής της απειλής το σύστημα είναι πρόθυμο να προσφέρει τις υπηρεσίες του αποκρύπτωντας τις πραγματικές απειλές: Τη φτωχοποίησή του, την οικονομική του ομηρία από την υπερφορολόγηση και τον φόβο της ανεργίας και της εξαθλίωσης. Στον ίδιο ρυθμό και οι «υπηρεσίες» των αυτόκλητων σωτήρων της Χρυσής Αυγής. Των μπράβων της εθνικής μας συνείδησης που ανέλαβαν τον ρόλο τους πλακώνοντας αδιακρίτως στο ξύλο τους αλλοδαπούς, χαϊδεύοντας όμως και γλείφοντας την εξουσία και τους νταβατζήδες της. Πίνουν από το ίδιο βαρέλι, είναι η ίδια ράτσα, απλά σε αυτή την μπίζνα ανέλαβαν τη βρώμικη δουλειά.

Και οι φίλοι μου ξαφνικά μισούν τους μετανάστες. «Μας παίρνουν τις δουλειές». Τις δουλειές που ποτέ κανένας τους δεν καταδέχτηκε να κάνει. «Είναι εγκληματίες». Όλοι ανεξαιρέτως, ακόμα και αυτοί που είναι χρόνια στην Ελλάδα, έχουν φίλους Έλληνες, έχουν οικογένειες, παιδιά. «Δεν θέλουν να φύγουν», γι αυτό στοιβάζονται στο λιμάνι της Πάτρας ή της Ηγουμενίτσας προσπαθώντας να κρυφτούν σε μία νταλίκα, λαθρεπιβάτες για την Ιταλία.
Κανείς δεν σκέφτεται, κανείς δεν λυπάται, όλοι μισούν. Και σύντομα θα μισεί ο ένας τον άλλον.
Δεν θα υπάρχουν πια φίλοι.