Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελλάδα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελλάδα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 27 Ιουλίου 2013

Υπόθεση «Libertad»

 
Κυριακή 11 Νοεμβρίου 2012. Συζήτηση στη Βουλή ενόψει της ψήφισης του προϋπολογισμού.
Ο υπουργός Οικονομικών Γιάννης Στουρνάρας υπεραμύνεται των δανειακών υποχρεώσεων της Ελλάδας τονίζοντας τις ολέθριες συνέπειες που θα είχε για τη χώρα μία ενδεχόμενη άρνηση και μονομερής διαγραφή του χρέους της. Υπενθυμίζει σπαραχτικά ότι σε μία τέτοια περίπτωση, οι δανειστές του Ελληνικού κράτους θα μπορούσαν να πάρουν αποφάσεις δικαστηρίων οι οποίες θα τους έδιναν το δικαίωμα κατάσχεσης περιουσιακών στοιχείων της Ελλάδας στο εξωτερικό. «Πλοίων για παράδειγμα. Όπως έγινε πρόσφατα με την Αργεντινή, με ένα εμπορικό της πλοίο σε λιμάνι της Αφρικής» συμπληρώνει ο υπουργός και αμέσως μετά, ερμηνεύει με το πάθος κυβερνητικού κοτσάμπαση το κλασικό ρεφρέν: «Θα γίνουμε παρίες του διεθνούς συστήματος. Θα αντιμετωπίσουμε αδυναμία εισαγωγής βασικών αγαθών όπως φάρμακα, καύσιμα, τρόφιμα, μηχανολογικό εξοπλισμό» κλπ, κλπ. Τα γνωστά.

Την ίδια περίοδο όλα τα «πατριωτικά» ΜΜΕ και μπλογκς αναφέρονται στο γεγονός της κατάσχεσης του Αργεντίνικου πλοίου κάνοντας αναγωγές σε όσα «περιμένουν την Ελλάδα» αν τολμήσει να σταματήσει την πληρωμή του χρέους της. Σχεδόν θριαμβολογούν, δείχνοντας στους «ανεύθυνους» που μιλούν για στάση πληρωμών και έξοδο από το ευρώ, τα «δεινά» της Αργεντινής που τόλμησε να σηκώσει κεφάλι απέναντι στους δανειστές της.
Το τι θα συμβεί αν η Ελλάδα ως κυρίαρχο κράτος, πάρει την απόφαση να σταματήσει να πληρώνει το χρέος, είναι μια πολύ μεγάλη συζήτηση, την οποία, τα ντόπερμαν της αστικής ενημέρωσης, ερμηνεύουν εδώ και τρία χρόνια με τον τρόπο που εξυπηρετεί τα αφεντικά τους και που, εν πάσει περιπτώσει, δεν είναι το θέμα μας αυτή τη στιγμή. Το θέμα μας είναι το πλοίο της Αργεντινής, και το πως χρησιμοποιήθηκε ως μέσο τρομοκρατίας και προπαγάνδας εναντίον του ελληνικού λαού, εκείνη την πρώτη δύσκολη για την κυβέρνηση Σαμαρά, χρονική καμπή.


Το Αργεντίνικο πλοίο που «κατασχέθηκε» στο λιμάνι Τέμα της Γκάνας δεν είναι εμπορικό, όπως είπε ο Στουρνάρας - αναπαράγοντας μία δήλωση που είχε κάνει για το θέμα ο Πάνος Καμμένος μερικές μέρες νωρίτερα, και αντιγράφοντας, φυσικά, το λάθος. Είναι το τρικάταρτο ιστιοφόρο ARA Libertad που χρησιμοποιείται από το Πολεμικό Ναυτικό της Αργεντινής ως εκπαιδευτικό σκάφος ενώ στο συγκεκριμένο ταξίδι επέβαιναν ναυτικοί δόκιμοι και από άλλες χώρες της Λατινικής Αμερικής.
Στο λιμάνι της Γκάνας λοιπόν, το πλοίο ακινητοποιήθηκε μετά από προσφυγή στα δικαστήρια της Αφρικανικής χώρας, την οποία κατέθεσε το αμερικανικό επενδυτικό Fund, NML Capital του δισεκατομμυριούχου Πολ Σίνγκερ, που έχει έδρα τα νησιά Κεϊμάν (σώπα...). Επικαλέστηκε μάλιστα και απόφαση δικαστηρίου της Νέας Υόρκης, που του επιδίκαζε αποζημίωση 1,7δισ. δολαρίων χωρίς όμως να του αναγνωρίζει δικαίωμα κατάσχεσης. Παραδόξως, τα αμερικανικά δικαστήρια αν και έχουν εκδώσει πολλές τέτοιες αποφάσεις, καμία δεν επιτρέπει κατάσχεση Αργεντίνικης δημόσιας περιουσίας. Ούτε καν οι Αμερικάνοι.
Τέλος πάντων, ο Γκανέζος δικαστής, διατάσει τη διακοπή ανεφοδιασμού του πλοίου και την απαγόρευση του απόπλου έως ότου η Αργεντινή πληρώσει στην NML Capital 20εκατ. δολάρια ως μέρος των οφειλών της. Δεν εξετάζουμε την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης στην Γκάνα και το κατά πόσο οι δικαστικές της αρχές είναι ευάλωτες σε ένα μικρό χαρτζιλίκι, όταν μιλάμε για τέτοια ποσά. Είμαστε large και δεχόμαστε ότι η δικαιοσύνη στην υποσαχάρια Αφρική είναι τουλάχιστον τόσο αδέκαστη όσο η Ελληνική...

Συνεχίζουμε. Η NML Capital όπως είδαμε και από την απόφαση του Αμερικανικού δικαστηρίου, κατέχει ομόλογα του Αργεντίνικου δημοσίου αξίας άνω του 1,5δισ. δολαρίων αλλά ουσιαστικά διεκδικεί περίπου 370 εκατομμύρια. Αυτά τα ομόλογα αποτελούν μέρος του χρέους που ανήκε στους εγχώριους τραπεζίτες και κεφαλαιοκράτες, και αντιστοιχούσε περίπου στο 30% του συνολικού χρέους που είχε η χώρα όταν κατέρρευσε. Αυτό το κομμάτι του Αργεντίνικου χρέους, όταν ανέλαβε τη διακυβέρνηση το 2003 ο Νέστορ Κίρχνερ, ως ένδειξη καλής θέλησης στις εγχώριες παραγωγικές δυνάμεις, δεν το διέγραψε αλλά το αναγνώρισε. Τόσο αμοιβαία ήταν όμως η καλή θέληση, που οι Λάτσηδες της Αργεντινής έσπευσαν να πουλήσουν με κάποια έκπτωση τα ομόλογα που κατείχαν στα επενδυτικά κεφάλαια της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής μαφίας. Αυτή ανέλαβε τη βρώμικη δουλειά, δηλαδή το νταβατζιλίκι για να τα εισπράξει στο ακέραιο πλέον της αξίας τους.

Σε αυτό το σημείο, η αίθουσα σκοτεινιάζει και το κυρίως έργο αρχίζει. Είναι το σημείο, που ένα κυρίαρχο κράτος, αποφασίζει να υπερασπιστεί τις επιλογές του και να σταθεί στα ίσα απέναντι στη διεθνή τρομοκρατία του χρήματος και των αγορών, υπερασπιζόμενο τη χώρα και τον λαό της. Η Αργεντινή προσφεύγει στο διεθνές δικαστήριο για το Δίκαιο της Θάλασσας, το οποίο αποφασίζει την άμεση και άνευ όρων απελευθέρωση του πλοίου αφού η κράτησή του συνιστά παραβίαση της ασυλίας για τα πολεμικά σκάφη σύμφωνα με τη Συνθήκη του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας.
Η απόφαση αποτελεί σταθμό και δημιουργεί ακόμα μία ατράνταχτη νομολογία υπέρ των κυρίαρχων κρατών και εναντίον των κερδοσκόπων των διεθνών αγορών. Μία νομολογία με πλήθος αποφάσεων στη βάση του Διεθνούς Δικαίου, πάνω στην οποία μπορεί να στηριχτεί η κυβέρνηση ενός κράτους που βρίσκεται σε κατάσταση διάλυσης υπό τη μέγγενη του χρέους. Αρκεί να το θελήσει.

 
 

Το πλοίο επέστρεψε στην Αργεντινή εν μέσω επευφημιών και πυροτεχνημάτων στο λιμάνι της Mar del Plata. Η φρεγάτα Lidertad γίνεται το απόλυτο σύμβολο Ελευθερίας για τους Αργεντινούς και απόδειξη ότι οι μάχες μπορούν να κερδηθούν μόνο όταν δοθούν. Πόσω μάλλον για έναν λαό που την τελευταία δεκαετία το μόνο που έμαθε είναι να πολεμάει. Διότι, τη στάση της κυβέρνησης σε μία περήφανη και κυρίαρχη χώρα, την καθορίζει ο λαός της. Μπροστά σε έναν αποφασισμένο λαό, κανένα κερδοσκοπικό παράσιτο δεν μπορεί να επιβάλλει τους σκοπούς του.

Πίσω στην Ελλάδα, όσοι θριαμβολογούσαν για την «κατάσχεση» του πλοίου και για τα «χάλια» της Αργεντινής, δεν αναφέρθηκαν ποτέ ξανά στο συγκεκριμένο γεγονός. Πολύ δε περισσότερο, αποφεύγουν να μιλήσουν, για το πως η Αργεντινή, χάρη στην απόφασή της να έρθει σε μετωπική σύγκρουση με τους δανειστές της, είναι σήμερα μία πλεονασματική οικονομία που ανακτάει με κόπο αλλά σταθερά, όλα τα συγκριτικά πλεονεκτήματα που είχε πριν από την επιδρομή των αρπαχτικών της διεθνούς χρηματοπιστωτικής συμμορίας. Αυτής την οποίας, δέσμια παραμένει σήμερα η Ελλάδα με τις φιλότιμες προσπάθειες του κάθε Στουρνάρα και όλων των πιστών σκυλιών της τραπεζικής και επιχειρηματικής ολιγαρχίας.


 

Παρασκευή 19 Οκτωβρίου 2012

Ασ'το! Φασίστας είσαι


Είναι πολύ ενδιαφέρον να διαβάζεις τις απόψεις φίλων και γνωστών στα κοινωνικά μέσα σχετικά με το «φαινόμενο» της Χρυσής Αυγής. Όσο και αν το παλέψεις, όσο ελαστικός και αν προσπαθείς να είσαι (αν και στο συγκεκριμένο θέμα, δεν έχεις και πολλά περιθώρια), εκείνο που διαπιστώνεις τελικά είναι ότι η Χρυσή Αυγή έχει πολύ μικρό ποσοστό στην Ελλάδα.
Νομίζω ότι ο μόνος λόγος για τον οποίο το 50% των Ελλήνων (βγάζω έξω το 14% της τελευταίας δημοσκόπησης) δεν ψηφίζει Χρυσή Αυγή, είναι απλά και μόνο διότι ντρέπεται. Αισθάνονται σαν τον υπέρβαρο που έχει υποσχεθεί στη γυναίκα του να κάνει δίαιτα και περνάει μπροστά από τη βιτρίνα του Κωνσταντινίδη. Δεν ξεκολάει το μάτι! Είναι να μην παραγγείλει το πρώτο γαλακτομπούρεκο. Κάθε αρχή και δύσκολη. Αν φάει τη γλύκα μετά μπορεί να βρει δικαιολογίες για να καταναλώσει ένα ταψί.

Αυτό συμβαίνει και με τις πολιτικές πεποιθήσεις των Ελλήνων. Η αποθέωση της μπουρδολογίας και της φτηνής δικαιολογίας, πάντα με τη φράση: «Εγώ δεν είμαι φασίστας αλλά...», ως πρόθεμα.
Είναι πολύ απλό. Ο μέσος Ελληνας είναι φασίστας. Ο μέσος Έλληνας πάντα ήταν φασίστας. Απλά όταν έχεις καλή δουλειά και αρκετά λεφτά για να ζεις άνετα και με ολίγες πολυτέλειες, τότε δεν υπάρχει λόγος να στιγματιστείς ως φασίστας. Μπορείς άνετα να το παίζεις Ευρωπαίος, πολυ-πολιτισμικός, μποέμ, ανοιχτόμυαλος κλπ.
Η «κρίση», μας ξεσκέπασε και μείναμε γυμνοί. Εμείς και η φασιστική νοοτροπία μας. Δεν έχει μεγάλη διαφορά που τώρα τη στρέφουμε εναντίον των ξένων. Το ίδιο φασίστες ήμασταν και όταν ψάχναμε την πρώτη ευκαιρία για να επιβληθούμε/ εντυπωσιάσουμε/ υπερισχύσουμε/ διοριστούμε σε βάρος των άλλων.

Ο μέσος Έλληνας είναι φασίστας και προσπαθεί να το δικαιολογεί λέγοντας πράγματα που ο ίδιος, ως γνωστό ψώνιο και φαντασμένος, θεωρεί «επιστημονικά τεκμηριωμένα», ενώ στην πραγματικότητα δεν αντικατοπρίζουν παρά τις άρρωστες ιδεοληψίες του για τη «φυλή», το «γένος» και το «μεγαλείο» των Ελλήνων.
Είναι υπερήφανος για την καταγωγή του, αν και με τους αρχαίους Έλληνες έχει τόση σχέση, όση το δελφίνι με τον κοκοβιό.
Ο μέσος Έλληνας είναι φασίστας αλλά δεν το παραδέχεται καθώς θεωρεί τον εαυτό του μορφωμένο αν και τα μόνα βιβλία που έχει διαβάσει είναι κάποια από αυτά που πουλάνε με το κιλό οι τηλεπλασιέ της «επανάστασης». Και φυσικά βλέπει μανιωδώς τα βραδυνά δελτία ειδήσεων. Όλα. Ταυτόχρονα.
Εννοείται ότι είναι -όχι ημιμαθής- αλλά παντελώς αμόρφωτος με ένα κεφάλι καζάνι από τις μαλακίες που έχει διαβάσει τα τελευταία δύο χρόνια ενώ προσπαθεί χωρίς επιτυχία να βάλει όλες αυτές τις πληροφορίες σε μία τάξη.

Έχει τόσο αποκρυσταλλωμένη άποψη για όσα ζούμε που μπορεί να ξεκινήσει ενοχοποιώντας κατά σειρά τους πολιτικούς, τους μετανάστες, το σύστημα, τον κομμουνισμό, τους μασόνους, μετά ξανά τον κομμουνισμό, τον Στάλιν, τους Γερμανούς, τους Αμερικάνους (οι οποίοι βέβαια δεν είναι κομμουνιστές αλλά δεν έχει σημασία), και στο τέλος, πάντα -πάντα όμως- τους Εβραίους.
Ο μέσος Έλληνας είναι φασίστας αλλά -όλα και όλα- ξέρει ιστορία! Η Πηγάδα του Μελιγαλά είναι το φόρτε του. Μπορεί να σου πει άπειρες ιστορίες για το «έγκλημα των ΕΑΜοσυμμοριτών» αλλά για τα πανηγύρια των χουντικών, αργότερα της «μεταπολιτευτικής» ΝΔ (μαζί με τον σημερινό πρωθυπουργό) και κάθε λογής φασιστικού γκρουπούσκουλου, δεν έχει ιδέα.
Ο Κασιδιάρης είναι ο Παπαρηγόπουλος του Έλληνα φασίστα.

Πάντως, το τελευταίο και πιο εξελιγμένο μοντέλο Έλληνα φασίστα, είναι ο «αριστερός» που θεωρεί τους Χρυσαυγίτες «δυνατούς αντιπάλους». Στην πραγματικότητα είναι φαν της Χρυσής Αυγής αλλά επειδή ντρέπεται μην τον κακοχαρακτηρίσουν, προσπαθεί «διαλεκτικά» να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η ρητορική της ΧΑ για κάποιο λόγο είναι «ανώτερη» (έτσι, γενικά), πιο τεκμηριωμένη και πιο άδολα πατριωτική από οποιαδήποτε άλλο.
Προσωπικά, δεν δίνω δεκάρα για την αριστερά. Όλος ο αριστερός χώρος είναι ένα τρελοκομείο, κινημάτων, ιδεολογιών, τάσεων, ομάδων και πάει λέγοντας. Όμως έχει αφετηρία και, θεωρητικά, σκοπό. Το σίγουρο είναι ότι η απάντηση στο τρελοκομείο της αριστεράς δεν είναι ο φασισμός. Όσοι το πιστεύουν, είναι το ίδιο και περισσότερο άρρωστοι από την Αριστερά.

Η αφετηρία του φασισμού είναι ο φόβος και σκοπός του το μίσος. Αυτό είναι η Χρυσή Αυγή. Άγριες, άσχημες φάτσες, χωρίς χαμόγελο, χωρίς αγάπη για κανέναν και για τίποτα, χωρίς διάθεση να ενώσουν αλλά μόνο να διχάσουν και με μοναδική τους ιδεολογία τη βία Αν σε εκφράζουν προχώρα. Να ξέρεις όμως τι είσαι. Ούτε μορφωμένος, ούτε Έλληνας, ούτε προβληματισμένος, ούτε πατριώτης. Φασίστας είσαι.

(Το σύνθημα στη φωτογραφία είναι στα Ισπανικά. Σημαίνει «Ο φασισμός είναι άγνοια»)

Τετάρτη 25 Μαΐου 2011

Φωνάξτε ή βγάλτε τον σκασμό. Μέση δεν υπάρχει


Η ενέργεια Ισπανών διαδηλωτών να υψώσουν πανό που έγραφε «ησυχία, μην ξυπνάτε τους Έλληνες» στην Puerta del Sol της Μαδρίτης κινητοποίησε πολύ κόσμο στην Ελλάδα τις τελευταίες ώρες. Σε οποιαδήποτε περίπτωση, είναι θετικό το γεγονός ότι το Greek filotimo το οποίο πλέον υπάρχει μόνο στις ταινίες του Νίκου Ξανθόπουλου και στα γκαρσόνια της Πλάκας, άρχισε να ξυπνάει από τον λήθαργο. Κάποιοι -λίγοι(;) ακόμα- άνεργοι, εξοργισμένοι, αδύναμοι ή απλά σκεπτόμενοι Έλληνες στην Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη, την Πάτρα, το Ηράκλειo και αλλού, αποφάσισαν να ψελλίσουν μία φωνή διαμαρτυρίας για τη χώρα τους που ξεπουλιέται, για τη ζωή τους που γίνεται κάθε μέρα πιο μαρτυρική, για τα παιδιά τους που μεγαλώνουν σε ένα ασταθές περιβάλλον.
Στην Ελλάδα, λόγω πολλών και ιδιαίτερων συνθηκών γεωπολιτικής σημασίας, ήταν πολύ σημαντικό κάθε φορά να είμαστε ενωμένοι προς έναν κοινό στόχο. Και όποτε ο λαός  χρειάστηκε να συστρατευθεί -συνήθως στο χείλος του γκρεμού- κατάφερε αξιοθαύμαστα πράγματα. Παρ' όλα αυτά -και επειδή ως λαός έχουμε αρκετά κακά γονίδια- είναι πολύ πιο διασκεδαστικό να χλευάζουμε και να υπονομεύουμε (ναι, όπως στην Ελληνική Επανάσταση) κάθε προσπάθεια συγκέντρωσης δυνάμεων για οργανωμένη αντίδραση. Πιστοί στο καθήκον τους αλλά και τη νοοτροπία του χαβαλέ που χρόνια τώρα έχει στοιχειώσει τη συμπεριφορά μας, διάφοροι ιδεολόγοι του καναπέ, φιλόσοφοι του καφενείου, βολεμένοι και εκπρόσωποι στρατευμένων κομματικών ή μή, πολιτικών σχηματισμών -όπως της επίσημης Αριστεράς- επιλέγουν, από το να απέχουν μέχρι να χλευάζουν δήθεν με χιούμορ την προσπάθεια συστράτευσης που ξεκίνησαν μερικοί «γραφικοί» εναντίον την εθνικής λεηλασίας που συντελείται αυτές τις ημέρες. Γραφικός χαρακτηρίζεται στην Ελλάδα οποιοσδήποτε προσπαθεί να βγει από το κοπάδι, να κάνει κάτι διαφορετικο ή να δώσει μία δική του διάσταση στα πράγματα. Και συνήθως, όταν τα καταφέρνει, για τους έξυπνους, παραμένει απλά ένας γραφικός που τα κατάφερε. Σήμερα λοιπόν, οι «γραφικοί» αυτής της χώρας, δηλαδή οι άνεργοι, οι ανήσυχοι, οι φτωχοί, οι διωκόμενοι για τις ιδέες τους αποφάσισαν να πιάσουν τους δρόμους και τις πλατείες και να φωνάξουν. Μπορεί να είναι δεκάδες. Μπορεί εκατοντάδες, μπορεί και χιλιάδες. Μπορεί η προσπάθειά τους να βρει ανταπόκριση. Μπορεί μία ολόκληρη «αγκυλωμένη γενιά» να βρει το κουράγιο και να σπάσει τα δεσμά της. Άλλωστε όπως έλεγε και ο Χατζηδάκις «Η Ελλάδα προχωράει με τις εξαιρέσεις της». Όσοι και αν είναι, πήραν μία μεγάλη απόφαση. Και όσοι αισθάνονται ότι έχουν κάτι κοινό ας κατέβουν και ας φωνάξουν με όλη τη δύναμη της ψυχής τους. Οι υπόλοιποι πάρτε πούλο.

Δευτέρα 23 Μαΐου 2011

Αγκυλωμένη γενιά

Τις είχε φορέσει μόλις δύο φορές. Δεν ήθελε να τις χαλάει σε ποδαρόδρομους και βόλτες για καφέ. Το πλακόστρωτο στην Αγγέλου Μεταξά δεν έχει φτιαχτεί για δεκάποντες Prada αν και θα 'πρεπε. Ο Δημήτρης είχε ξοδέψει σχεδόν το μισό δώρο Χριστουγέννων για να τις κάνει δώρο στη γιορτή της. Χαλάλι... Τα είχαν ήδη τρία χρόνια και η Τίνα ήταν η αδυναμία του.
Εκείνο το ανοιξιάτικο βράδυ θα τις φορούσε ξανά. Είχαν κλείσει τραπέζι στο αγαπημένο τους ρεστοράν στη Βάρκιζα. Μετά θα πήγαιναν να συναντήσουν τους φίλους τους στο μόνιμο στέκι τους από Μάιο μέχρι Σεπτέμβρio στην παραλία της Γλυφάδας. Εκεί πλέον τους ήξεραν όλοι. Ο μετρ, η κοπέλα στην υποδοχή και οι σερβιτόροι. Φυσικά για να γίνει αυτό δεν είχαν χαλάσει και λίγα όλα αυτά τα χρόνια. Σχέσεις με το προσωπικό δεν χτίζεις μόνο επειδή είσαι κοινωνικός. Τους άρεσε το μαγαζί, είχαν περάσει άπειρα βράδια σε γιορτές και γεννέθλια. 
Εκείνος δούλευε σε εταιρεία καλλυντικών. Κοντά δέκα χρόνια. Από τα 25 σχεδόν. Στην αρχή πωλητής, πολύ γρήγορα έγινε account manager αλλά μετά κάπου κόλλησε. Πέντε χρόνια τώρα το πάλευε για προαγωγή αλλά δεν του έβγαινε. «Είναι άλλοι μπροστά από σένα» του έλεγαν. Τα λεφτά, πολύ καλά για τα δεδομένα του μέσου εργαζόμενου. Δεν τα λες λίγα 2.300 ευρώ καθαρά το μήνα. Αλλά για εκείνον ήταν πολύ λίγα τώρα πια. «Κοίτα τον Γιάννη της κυρίας Δήμητρας, δίπλα. Με το ζόρι φτάνει τα 1200 ευρώ και τρέχει από το πρωί μέχρι το βράδυ σε δύο δουλειές» του 'λέγε η μητέρα του. «Άσε μας ρε μάνα» της απαντούσε αγανακτισμένος. «Εγώ, δηλαδή, δεν τρέχω από το πρωί μέχρι το βράδυ; Και δεν κοιτάω τον Γιάννη. Κοιτάω έναν άλλον που γνώρισα προχτές και βγάζει τα διπλά από μένα σε ναυτιλιακή. Κοντεύω να βγάζω τα λιγότερα από όλους. Μόνο ο Νίκος βγάζει πιο λίγα επειδή τον έβαλε ο πατέρας του στην πρέσα. Και ούτως ή άλλως κάποια μέρα θα  κληρονομήσει ένα μαγαζί. Εγώ τι κάνω»!
Έτσι ήταν. Ποτέ δεν είχε μάθει να κοιτάζει προς τα κάτω. Μόνο πάνω. Και αυτό που είχε δεν του έφτανε. Για την ακρίβεια του φαινόταν φιλοδώρημα για τις ικανότητες που πίστευε ότι διέθετε και κυρίως για τη δουλειά που έριχνε στην εταιρεία. Η ζωή του είχε πλέον γίνει ένα κυνήγι μαγισσών χωρίς διακοπή.
Η ασημί SLK σταμάτησε έξω από τη νεόκτιστη πολυκατοικία στο Μοσχάτο. Τέσσερα χρόνια πλήρωνε 600 ευρώ τον μήνα. Την είχε βρει ελαφρώς μεταχειρισμένη 28.000 ευρώ. «Ευκαιρία» του πιπίλαγαν το μυαλό οι φίλοι του. «Κοίτα τη μαλάκα! Κουκλάρα το αμάξι...» Η κάψα του τριαντάρη. Και η εποχή του τριαντάρη. Τα πρώτα χρόνια όμως, που μπορούσε να τη χαρεί, είχε το άγχος του δανείου. Τώρα, την είχε ξεπληρώσει εδώ και έναν χρόνο και δεν του έκανε πλέον καμία αίσθηση. Ειρωνία... «Και τι κατάλαβες;» ρωτούσε με αυστηρό ύφος μέσα του μια φωνή. Η Τίνα βέβαια καμάρωνε. Της άρεσε να την κοιτούν με φθόνο άλλα κορίτσια της ηλικίας της στα φανάρια. Κλασική μοναχοκόρη, μεγαλωμένη στα μετάξια. Με πιάνο αλλά χωρίς Γαλλικά. Δεν της άρεσαν. Γενικά από μικρή δεν είχε μάθει να παιδεύει πολύ το μυαλό της. Είχαν φροντίσει γι' αυτό οι γονείς της. Την είχαν καλομάθει αλλά το χαίρονταν. Και στα 25 της ζούσε τη ζωή σε όλη της την ένταση. Τη ζωή, όπως την είχε μάθει αυτή.  Χωρίς να της λείψει τίποτα. Το easy living. Ωράριο 8-4, πενθήμερο, βόλτες, ψώνια, έξοδοι, διήμερες εκδρομές, διακοπές... Δουλειά βρήκε σε δήμο των Νοτίων προαστίων από τα 22. Πρώτα σε ένα δημοτικό οργανισμό, εποχική. Μετά ο πατέρας της εκμετελλεύτηκε μια παλιά γνωριμία που είχε από τον καιρό που συνδικαλιζόταν στον ΗΣΑΠ, οδηγός ο ίδιος. Τα καλά χρόνια μπόρεσε να μαζέψει κάποια χρήματα. Έκανε τη μεγάλη κίνηση και αγόρασε ένα ωραίο διαμέρισμα. Με τους κόπους μια ζωής και χωρίς να ζητήσει βοήθεια από κανέναν. Σιχαινόταν τους γλύφτες του συνδικαλισμού. Τους τα βρόντηξε γρήγορα. Και με τη μικρή, δεν ήθελε να υποχρεωθεί σε κανέναν. Τέλος πάντων κατάφερε να την κάνει αορίστου χρόνου και τώρα πια περιμένε να περάσουν τα τελευταία τέσσερα χρόνια να συνταξιοδοτηθεί. Το «Τινάκι» του ήταν πλέον τακτοποιημένο - ήταν το μεγαλύτερό του άγχος.
Η μουσική ήταν δυνατή. Ο κόσμος πολύς - Σάββατο βράδυ. Τα αγόρια της παρέας δεν είχαν όρεξη για πολλά πολλά. Όλοι τους 30 συν πια, δημιουργημένοι, με τα δικά τους λεφτά, με τις αμαξάρες τους. Αλλά ως εργαζόμενοι ή πολύ περισσότερο ως στελέχη όπως δήλωναν στα επαγγελματικά ραντεβού, είχαν γαλουχηθεί μέσα σε μία επίπλαστη εργασιακή ευημερία που, και αυτοί δεν μπόρεσαν ποτέ να καταλάβουν που κολλάει...
«Ρε φίλε, τα τρία τελευταία χρόνια μπαίναμε συνέχεια μέσα. Διάβαζα τους ισολογισμούς. Πως γίνεται να έπαιρνα τα λεφτά που έπαιρνα και στους διευθυντές να έδιναν και μπόνους από πάνω, μου λες;» αναρρωτιόταν ο Παύλος που δούλευε σε εταιρεία υποδομών αθλητικών εγκαταστάσεων. Είχαν πάρει σχεδόν τις μισές δουλειές των Ολυμπιακών Ακινήτων αλλά από τον καιρό που δούλευαν για τους Αγώνες κοντεύει πια να κλείσει δεκαετία. Οι περικοπές, είχαν πέσει σε όλους βαριές. Όχι όμως απότομες.
«Μόνος σου το λες ρε φίλε. Τα ακούγαμε και τα βλέπαμε» απάντησε ο Δημήτρης. Ήξερε και αυτός ότι η μείωση μισθού ήταν κοντά. Ο τζίρος στην εταιρεία το τελευταίο εξάμηνο ήταν 25% κάτω από πέρυσι, που ήταν 20% κάτω από πρόπερσι... «Τα ακούγαμε και δεν κάναμε τίποτα. Βλέπαμε το παγόβουνο να έρχεται και νομίζαμε ότι θα χτυπήσει άλλο καράβι» ξέσπασε ανεβάζοντας τον τόνο της φωνής του. Αναθεμάτιζε εκείνη την νοοτροπία που τον ανέθρεψε επαγγελματικά. Ότι, τίποτα δεν μπορεί να ανακόψει την καριέρα του. Ότι όλα μπορούν να πάνε μόνο μπροστά και πάνω.
Λίγο πιο δίπλα ο Νίκος, με το μονίμως σνομπ ύφος χάζευε τα κορίτσια της παρέας που όρθια με το ποτό στο χέρι λικνίζονταν και γελούσαν. «Κοίταξέ τις ρε... Τι ανάγκη έχουν αυτές» μονολογούσε με τον γνωστό φτηνό λαϊκό μισογυνισμό του. «Τι κρίση και μαλακίες. Για τόλμα να τους πεις ότι φέτος δεν έχει διακοπές. Μισά εμείς, μισά ο μπαμπάς και αυτές τα κραγιόν. Κατάλαβες αδερφέ»;
Υπερβολές. Κάθε μία είχε μάθει να εργάζεται και να πληρώνεται. Σε μία εποχή που αυτό ήταν ο κανόνας και το σχετικά εύκολο, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, ποτέ δεν ζήτησαν κάτι λιγότερο ή κάτι περισσότερο. Η Μύκονος, τα χιονοδρομικά, τα Prada και τα μπουζούκια ήταν κάτι το φυσιολογικό για το οποίο κανείς δεν μπορούσε να τις κατηγορήσει. Για ποιον λόγο να ανησυχήσουν; Αυτό βρήκαν, με αυτό έζησαν. Πως ήταν δυνατόν τώρα να βρουν τα αντανακλαστικά για να κατανοήσουν το πρόβλημα σε όλο το μέγεθός του;
«Είμαστε η γενιά που έζησε μία ψεύτικη ζωή και τώρα ξυπνάει για να ζήσει την αληθινή» μονολογούσε φιλοσοφώντας ο Δημήτρης. «Βλέπαμε τους πιτσιρικάδες να πετάνε μολότοφ στους μπάτσους και νιώθαμε ότι δεν έχουμε τίποτα να μας ενώνει μ' αυτούς. Κατέβαιναν δέκα άνθρωποι σε πορεία και εμείς παραπονιόμασταν για την κίνηση. Ακόμα και τώρα. Σου 'ρχεται ο πακιστανός στο φανάρι και δεν καταδέχεσαι να τον κοιτάξεις μια στιγμή στα μάτια. Μάθαμε να τα σπάμε στα μπουζούκια για να πουλήσουμε μούρη επειδή είχαμε μια δουλειά του αέρα και τώρα κάνουμε το ίδιο μπας και πιστέψουμε ότι τίποτα δεν έχει αλλάξει. Αντί να δούμε την αλήθεια κατάματα κάνουμε βουτιές στο παρελθόν για να νιώσουμε καλύτερα. Κότες είμαστε ρε μαλάκα! Μεγάλες κότες. Βρίζουμε τη γενιά του Πολυτεχνείου ότι δήθεν μας έφερε σ' αυτό το χάλι. Εμείς που είμασταν δηλαδή; Τουλάχιστον η γενιά του Πολυτεχνείου βρέθηκε ένα βράδυ στον ίδιο χώρο και ξεσηκώθηκε. Εμείς, που διάολο θα συναντηθούμε; Στα κλαμπ και στις καφετέριες; Που είμαστε ρε»;
Η παρέα τον κοιτούσε με ανοικτό το στόμα... Ποτέ δεν είχε μιλήσει έτσι. Ο Δημήτρης, ένα γνήσιο παιδί της ελεύθερης αγοράς να βγάζει λόγο σαν κομμουνιστής; «Τι λες ρε φίλε»; αποκρίθηκε ο Παύλος. «Έτσι μάθαμε να ζούμε. Τώρα θα αλλάξουμε; Ή μήπως είμαστε για κινήματα τώρα»;  αναρρωτήθηκε...
«Έτσι μας έμαθαν αδερφέ. Και εμείς καταπίναμε ό,τι μαλακία μας σέρβιραν. Από μικραστοί, μας είπαν ξαφνικά να γίνουμε γιάπηδες. Και εμείς τους πιστέψαμε, οι μαλάκες». Άναψε τσιγάρο. Παραμέρησε τον κόσμο μέσα σε χαρούμενες φωνές και γέλια και βγήκε έξω να πάρει αέρα. Ο Παύλος τον ακολούθησε. Κοίταξε τη θάλασσα μπροστά του. «Έρχονται μέρες που δεν θα τις έχουμε ξαναζήσει φίλε. Τα πράγματα δεν θα μείνουν ίδια. Και είμαστε ανάμεσα σε αυτούς που πρέπει να τα αλλάξουν. Γιατί αν εμείς δεν είμαστε φτωχοί, θα γίνουν τα παιδιά μας. Θα ζήσουν σε μια χώρα που τίποτα δεν θα τους ανήκει. Κάτι πρέπει να κάνουμε. Τώρα».

(Οποιαδήποτε ομοιότητα των προσώπων και των διαλόγων με την πραγματικότητα είναι συμπτωματική. Οι συνθήκες της ιστορίας είναι πραγματικές και επικρατούν τώρα στην Ελλάδα).